Λύρης


Λύρης
Επώνυμο αγωνιστών του 1821, από την Κρήτη. 1. Κεχαγιά-Νικόλαος. Ήταν αρματολός και μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, πήγε στη Μικρά Ασία αλλά επέστρεψε στην Κρήτη με την έναρξη της Επανάστασης του 1821. Το 1824 μετέβη στην Πελοπόννησο και έπεσε στο Μανιάκι (1825), όπου πολέμησε ως αρχηγός επικουρικού σώματος Κρητικών. 2. Μιχαήλ. Μετά την καταστολή της Επανάστασης στην Κρήτη εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Διετέλεσε δήμαρχος του κρητικού συνοικισμού της Μινώας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λύρης — λύρα lyre fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρουσιλύρης — κρουσιλύρης, ὁ (Α) αυτός που παίζει λύρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κρουσ τού κρούω (πρβλ. κρούσις) + λυρης (< λύρα), πρβλ. ηδυ λύρης, χρυσο λύρης. Η λ. είναι σύνθ. τού τύπου τερ ψίμβροτος*] …   Dictionary of Greek

  • χρυσολύρης — και δωρ. τ. χρυσολύρας, ὁ, Α (ως προσωνυμία τού Απόλλωνος και τού Ορφέως) αυτός που έχει χρυσή λύρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσ(ο) * + λύρης (< λύρα / λύρη), πρβλ. ἡδη λύρης] …   Dictionary of Greek

  • Heraclitus — Heraklit in der Gestalt Michelangelos, Detailansicht aus Raphaels Die Schule von Athen (1510–1511), Fresko in der Stanza della Segnatura (Vatikan) Heraklit von Ephesos (griechisch …   Deutsch Wikipedia

  • Herakleitos — Heraklit in der Gestalt Michelangelos, Detailansicht aus Raphaels Die Schule von Athen (1510–1511), Fresko in der Stanza della Segnatura (Vatikan) Heraklit von Ephesos (griechisch …   Deutsch Wikipedia

  • Heraklit — in der Gestalt Michelangelos, Detailansicht aus Raphaels Die Schule von Athen (1510–1511), Fresko in der Stanza della Segnatura, Vatikan Heraklit von Ephesos (griechisch Ἡράκλειτος ὁ Ἐφέσιος Herákleitos ho …   Deutsch Wikipedia

  • Heraklit von Ephesos — Heraklit in der Gestalt Michelangelos, Detailansicht aus Raphaels Die Schule von Athen (1510–1511), Fresko in der Stanza della Segnatura (Vatikan) Heraklit von Ephesos (griechisch …   Deutsch Wikipedia

  • οίμη — οἴμη, ἡ (Α) 1. άσμα, τραγούδι, ωδή («οἴμας Μοῡσ ἐδίδαξε», Ομ. Οδ.) 2. η ικανότητα να τραγουδά κάποιος («θεὸς δὲ μοι ἐν φρεσὶν οἴμας παντοίας ἐνέφυσεν», Ομ. Οδ.) 3. (κατά τον Ησύχ.) «οἴμη λόγος, ἱστορία». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη,… …   Dictionary of Greek

  • οίμος — οἶμος, ὁ και ἡ και οἷμος, ὁ (Α) 1. δρόμος, οδός, ατραπός («τὸν αὐτὸν οἶμον... πορευόμενοι», Πλάτ.) 2. λωρίδα, γραμμή («δέκα οἴμοι ἔσαν μέλανος κυάνιο, δώδεκα δὲ χρυσοῑο καὶ εἴκοσι κασσιτέροιο», Ομ. Ιλ.) 3. μέρος χώρας, λωρίδα γης, χώρα 4. μτφ.… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.